λατρευτικός

λατρευτικός
-ή, -ό (AM λατρευτικός, -ή, -όν) [λατρεύω]
νεοελλ.-μσν.
αυτός που αναφέρεται στη λατρεία, ιδίως στη θρησκευτική λατρεία
αρχ.
αυτός που αναφέρεται στην υπηρεσία, που υπηρετεί, υπηρετικός.
επίρρ...
λατρευτικώς και -ά (Μ λατρευτικῶς)
με λατρεία, με θρησκευτική ευλάβεια.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • λατρευτικός — ή, ό ο σχετικός με τη λατρεία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • λατρευτικά — λατρευτικός servile neut nom/voc/acc pl λατρευτικά̱ , λατρευτικός servile fem nom/voc/acc dual λατρευτικά̱ , λατρευτικός servile fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λατρευτικόν — λατρευτικός servile masc acc sg λατρευτικός servile neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λατρευτικαί — λατρευτικός servile fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λατρευτικοί — λατρευτικός servile masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λατρευτικούς — λατρευτικός servile masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λατρευτικῆς — λατρευτικός servile fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λατρευτική — λατρευτικός servile fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λατρευτικήν — λατρευτικός servile fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λατρευτικῶς — λατρευτικός servile adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”